Επιστημονικές Εργασίες

AA 001 [18F]PSMA-1007 ΠΟΛΥΠΑΡΑΜΕΤΡΙΚΗ PET/CT ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΒΙΟΧΗΜΙΚΗ ΥΠΟΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΝΟΣΟ ΚΑΡIΝΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΣΤΆΤΗ

Sachpekidis Christos1,2, Afshar-Oromieh Ali2,3, Kopka Klaus4,5, Haberkorn Uwe1,3, Dimitrakopoulou-Strauss Antonia1

  1. Clinical Cooperation Unit Nuclear Medicine, German Cancer Research Center (DKFZ), Heidelberg, Germany
  2. Department of Nuclear Medicine, Inselspital, Bern University Hospital, University of Bern, Bern, Switzerland
  3. Division of Nuclear Medicine, University of Heidelberg, Heidelberg, Germany
  4. Division of Radiopharmaceutical Chemistry, German Cancer Research Center (DKFZ), Heidelberg,Germany
  5. German Cancer Consortium (DKTK), Heidelberg, Germany

Σκοπός: Σκοπός της εργασίας είναι η διερεύνηση της βιοκατανομής και φαρμακοκινητικής του νέου ραδιοϊσοτόπου
[18F]PSMA-1007 με τη χρήση πολυπαραμετρικής PET/CT σε ασθενείς με καρκίνο του προστάτη (ΚΠ).
Υλικό-Μέθοδοι: Εικοσιπέντε (25) ασθενείς με βιοχημική υποτροπή και προοδευτική νόσο ΚΠ μελετήθηκαν με τη χρήση δυναμικού και ολοσωματικού PET/CT και το ραδιοφάρμακο [18F]PSMA-1007. Η διάμεση τιμή του PSA ήταν 1.2 ng/mL (εύρος = 0.1 – 237.3 ng/mL) και του Gleason score ήταν 7 (εύρος = 6 – 10). Η PET/CT εκτίμηση βασίστηκε σε ποιοτική (οπτική) αξιολόγηση, ημι-ποσοτικές μετρήσεις με υπολογισμό του standardized uptake
value (SUV) και απόλυτες ποσοτικές εκτιμήσεις των κινητικών παραμέτρων του [18F]PSMA-1007, μετά εφαρμογή μοντέλου δυο διαμερισμάτων ιστών καθώς και fractal ανάλυση.
Αποτελέσματα: 15/25 ασθενείς (60.0 %) ήταν [18F]PSMA-1007 PET-θετικοί. Η τιμή PSA στους PET-θετικούς ασθενείς ήταν σημαντικά υψηλότερη από ότι στους PET-αρνητικούς ασθενείς. Η ανάλυση των δυναμικών δεδομένων κατέδειξε μια αυξανόμενη συσσώρευση του [18F]PSMA-1007 στις εστίες ΚΠ. Οι εστίες ΚΠ είχαν μεγαλύτερη συγκέντρωση ραδιοφαρμάκου τόσο απο την ουροδόχο κύστη όσο και το έντερο. Σημαντική συσχέτιση παρατηρήθηκε μεταξύ πρόσληψης του [18F]PSMA-1007, του influx και του fractal dimension (FD) του ραδιοφαρμάκου. Συμπεράσματα Η [18F]PSMA-1007 PET/CT μπόρεσε να ανιχνεύσει εστίες ΚΠ στο 60% των ασθενών ενός μικτού πληθυσμού με βιοχημική υποτροπή και προοδευτική νόσο, μερικοί εκ των οποιών με πολύ
χαμηλές τιμές PSA. Υψηλότερες τιμές PSA συσχετίστηκαν με υψηλότερη ανιχνευσιμότητα [18F]PSMA-1007-θετικών εστιών ΚΠ. Επιπλέον, οι εστίες ΚΠ ανέδειξαν υψηλή δέσμευση και internalization του ραδιοφαρμάκου, εύρημα το οποίο μπορεί να αξιοποιηθεί στην επιλογή ασθενών κατάλληλων για ραδιονουκλιδική θεραπεία με ανάλογα PSMA.

AA 002 Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΣΠΙΝΘΗΡΟΓΡΑΦΗΜΑΤΟΣ ΟΣΤΩΝ ΣΤΟΥΣ ΟΓΚΟΛΟΓΙΚΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΤΟΥ Γ.Ν. ΧΑΝΙΩΝ «Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ»

Φραγκάκη Χριστίνα MD, PhD1 , Αρχοντάκη Θ. Αικατερίνη. MD1
1. Πυρηνικός Ιατρός, Τμήμα Πυρηνικής Ιατρικής, Γ.Ν. Χανίων «Ο Άγιος Γεώργιος»
Σκοπός: Χρησιμότητα του σπινθηρογραφήματος οστών στους ογκολογικούς ασθενείς του Γ.Ν.Χανίων και συσχέτιση με την εντόπιση της νόσου – καταγραφή από το νεοσύστατο Τμήμα Πυρηνικής Ιατρικής.
Υλικό–Μέθοδοι: Μελετήθηκαν οι πρώτοι 277 ασθενείς με σπινθηρογράφημα οστών που προσήλθαν στο τμήμα μας τον πρώτο χρόνο λειτουργίας του. Έγινε συσχέτιση του κλινικού ιστορικού και του ιατρικού αρχείου του τμήματος.
Αποτελέσματα: 181/277 ασθενείς ήρθαν σε εμάς για αρχική σταδιοποίηση, εκ των οποίων 7/181 διερευνήθηκαν με σπινθηρογράφημα αρχικό και επανελέγχου, μετά 3–6μήνες. 96/277 έκαναν επανασταδιοποίηση ενώ ο αρχικός τους έλεγχος είχε γίνει αλλού, εκ των οποίων 8/96 μελετήθηκαν με πρώτο και δεύτερο επανέλεγχο μετά 3–6μήνες για την απεικονιστική εκτίμηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία.
Ως προς την εντόπιση της νόσου, από τους 277, οι 101 ήταν με πρωτοπαθή καρκίνο προστάτη, 72 μαστού, 35 πνεύμονα, 9 ουροδόχου κύστεως, 9 παχέος εντέρου, 9 νεφρού, 3 αγνώστου πρωτοπαθούς, 2 ήπατος, 2
στομάχου, 1 μήτρας, 1 ωοθήκης, 1 μυελοειδές θυρεοειδούς, 1 με καρκινοειδές στομάχου, 1 χοληφόρων, 1 οισοφάγου, 1 με ΧΛΛ και 1 με λέμφωμα ΓΣ.
Σε 27/277 υπήρχε ιστορικό διπλού/πολλαπλού πρωτοπαθούς καρκίνου (7 προστάτου-παχέος εντέρου, 2 πνεύμονα-παχέος εντέρου και από έναν με προστάτου-πνεύμονα, προστάτου-ουροδόχου κύστεως, προστάτου- μυελοειδές θυρεοειδούς, προστάτου-πέους, προστάτου-σιελογόνων, προστάτου-ΜΔΣ, προστάτου-λευχαιμία, πνεύμονα-ΧΛΛ, πνεύμονα-ουροδόχου κύστεως, πνεύμονα-νεφρού, πνεύμονα-επινεφριδίων, ήπατος-ουροδόχου κύστεως, μαστού-οστεοσαρκώματος, μαστού-θυρεοειδούς, μαστού-μήτρας, μαστού-ουροδόχου κύστεως, μαστού- ουροδόχου κύστεως-νεφρού και νεφρού-επινεφριδίων-αμυγδαλής,).
Συμπεράσματα: Είναι εμφανές ότι το σπινθηρογράφημα οστών, παραμένει ένα ισχυρό εργαλείο στην διάγνωση και παρακολούθηση των ογκολογικών ασθενών και έχει ρόλο σε πολλά είδη νεοπλασιών.

ΑΑ 003 Η ΚΛΙΝΙΚΗ ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΟΥ PET/CT ΣΤΗΝ ΑΚΤΙΝΟΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΤΟΥ ΠΡΩΚΤΟΥ.

Καμπέρης Ευστάθιος1, Κωδωνά Χιονία2, Γιαννουζάκος Βασίλειος1 1 Ακτινοθεραπευτικό Τμήμα, ΓΝΠ Παπαγεωργίου,  Θεσσαλονίκη 2 Τμήμα Ιατρικής Φυσικής, ΓΝΠ Παπαγεωργίου, Θεσσαλονίκη
Σκοπός: Η ανασκόπηση της βιβλιογραφίας σχετικά με την κλινική χρησιμότητα της απεικόνισης με τομογραφίας εκπομπής ποζιτρονίων (PET/CT) σε ασθενείς με καρκίνο του πρωκτού που υποβάλλονται σε ριζική ακτινοθεραπεία.
Υλικό–Μέθοδοι: Πραγματοποιήθηκε ανασκόπηση της πρόσφατης διεθνούς βιβλιογραφίας σε ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων (Medline, Scopus και Cochrane Database of Systematic Reviews) σχετικά με το ρόλο του PET/CT στο σχεδιασμό της ακτινοθεραπείας για Ca πρωκτού και στο follow-up μετά την ολοκλήρωσή της.
Αποτελέσματα: Για την ανίχνευση του πρωτοπαθούς όγκου, η ευαισθησία ήταν 99% για το ΡΕT/CT και 67% για  τη CT, ενώ για τους βουβωνικούς λεμφαδένες το ΡΕΤ/CT είχε ευαισθησία 93% και ειδικότητα 76%. Σε ποσοστό 5.1 έως το 37.5% των ασθενών η σταδιοποίηση με PET/CT οδήγησε σε upstaging και σε ποσοστό 8.2 έως 26.7% σε downstaging. Τα πλάνα ακτινοθεραπείας τροποποιήθηκαν σε ποσοστό 12.5 έως 59.3% των ασθενών, τόσο μέσω της αλλαγής της δόσης όσο και της έκτασης των πεδίων. Η πλήρης ύφεση τεκμηριωμένη με ΡΕΤ/CT είναι ένας καλός προγνωστικός δείκτης για τη συνολική επιβίωση και το ελεύθερο προόδου διάστημα.
Συμπεράσματα: Το PET/CT έχει επιπρόσθετη αξία συγκριτικά με τη συμβατική απεικόνιση κατά την αρχική σταδιοποίηση ασθενών με νόσο σταδίου T2–T4. Απαιτείται ωστόσο περαιτέρω έρευνα για την επικύρωση αυτού το συμπεράσματος. Σχετικά με την την αξιολόγηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία και το follow-up δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να προταθεί η συνήθης χρήση του.

ΑΑ 004 ΑΚΤΙΝΟΘΕΡΑΠΕΙΑ ΠΑΓΚΡΕΑΤΟΣ ΚΑΘΟΔΗΓΟΥΜΕΝΗ ΑΠΟ ΜΑΓΝΗΤΙΚΟ ΤΟΜΟΓΡΑΦΟ.

Καμπέρης Ευστάθιος1, Κωδωνά Χιονία2, Γιαννουζάκος Βασίλειος1 1 Ακτινοθεραπευτικό Τμήμα, ΓΝΠ Παπαγεωργίου,  Θεσσαλονίκη 2 Τμήμα Ιατρικής Φυσικής, ΓΝΠ Παπαγεωργίου, Θεσσαλονίκη
Σκοπός: Η διερεύνηση του ρόλου της καθοδηγούμενης από ενσωματωμένο μαγνητικό τομογράφο ακτινοθεραπείας (MR-guided RT, MRgRT) για την αντιμετώπιση των ασθενών με καρκίνο του παγκρέατος.
Υλικό-Μέθοδοι: Πραγματοποιήθηκε ανασκόπηση της πρόσφατης διεθνούς βιβλιογραφίας σε ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων (Medline, Scopus και Google Scholar) σχετικά με το ρόλο της MRgRT.
Αποτελέσματα: Ο ρόλος της ακτινοθεραπείας στη διαχείριση του καρκίνου του παγκρέατος ήταν, παραδοσιακά, περιορισμένος, λόγω της χορήγησης σχετικώς χαμηλών δόσεων (45-54Gy), καθώς και της έλλειψης αποτελεσματικών συστηματικών θεραπειών. Η καθιέρωση αποτελεσματικών χημειοθεραπευτικών σχημάτων, όπως το FOLFIRINOX ή ο συνδυασμός Gemcitabine/Nab-paclitaxel, επανέφερε το ζήτημα του τοπικού ελέγχου της νόσου. Διάφορες μελέτες έχουν αποδείξει τα τελευταία χρόνια πως η υποκλασματοποιημένη ακτινοθεραπεία μπορεί να αυξήσει τη συνολική επιβίωση. Η χορήγηση ωστόσο βιολογικά δραστικών σχημάτων θεωρείται πολύ δύσκολη λόγω της γειτνίασης του παγκρέατος με ευαίσθητα φυσιολογικά όργανα και λόγω της κίνησης των οργάνων τόσο κατά τη διάρκεια της ακτινοβόλησης, όσο και μεταξύ των συνεδριών. Η πρόσφατη εισαγωγή ολοκληρωμένων συστημάτων MRgRT επιτρέπει τον ακριβή σχεδιασμό του όγκου-στόχου εξαιτίας της υψηλής αντίθεσης των μαλακών ιστών, καθώς και την παρακολούθηση της θέσης των οργάνων ενώ ακτινοβολείται
ο ασθενής. Το πιο σημαντικό, ωστόσο, είναι η δυνατότητα της προσαρμογής του πλάνου θεραπείας, με τροποποίηση της κατανομής της δόσης, ενώ ο ασθενής βρίσκεται ξαπλωμένος στο τραπέζι του γραμμικού επιταχυντή.
Συμπεράσματα: Ο ρόλος της ακτινοθεραπείας στην αντιμετώπιση του καρκίνου του παγκρέατος έχει αναβαθμιστεί τα τελευταία χρόνια με την εισαγωγή της MRgRT η οποία επιτρέπει την online προσαρμογή της θεραπείας και επομένως την κλιμάκωση της δόσης.

ΑΑ 005 Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ PSMA-PET ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΑΚΤΙΝΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΚΑΡΚΙΝΟ ΤΟΥ ΠΡΟΣΤΑΤΗ.

Καμπέρης Ευστάθιος1, Κωδωνά Χιονία2, Γιαννουζάκος Βασίλειος1 1 Ακτινοθεραπευτικό Τμήμα, ΓΝΠ Παπαγεωργίου,  Θεσσαλονίκη 2 Τμήμα Ιατρικής Φυσικής, ΓΝΠ Παπαγεωργίου, Θεσσαλονίκη
Σκοπός: Οι συμβατικές απεικονιστικές τεχνικές για τη σταδιοποίηση του καρκίνου του προστάτη (CT, MRI, σπινθηρογράφημα οστών) συχνά υποεκτιμούν την έκταση της νόσου. Σκοπός της παρουσίασης είναι η διερεύνηση του ρόλου του PSMA-PET στο σχεδιασμό της ακτινοθεραπείας (ριζικής ή salvage) σε ασθενείς με καρκίνο του προστάτη.
Υλικό–Μέθοδοι: Πραγματοποιήθηκε ανασκόπηση της πρόσφατης διεθνούς βιβλιογραφίας σε ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων (Medline, Scopus και Google Scholar) σχετικά με τον αναδυόμενο ρόλο της απεικόνισης με PSMA-PET σε ασθενείς με καρκίνο προστάτη.
Αποτελέσματα: Η ανάπτυξη του PSMA (Prostate Specific Membrane Antigen) PET επιτρέπει την πιο ακριβή τεκμηρίωση των εντοπίσεων της νόσου, ιδιαίτερα σε κλινικά σενάρια όπως η πυελική λεμφαδενική νόσος, οι τοπικοπεριοχικές υποτροπές μετά από ριζική προστατεκτομή ή ακτινοθεραπεία και η ολιγομεταστατική νόσος. Ωστόσο, προς το παρόν δεν διαθέτουμε τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες ή κλινικά δεδομένα σε βάθος χρόνου για το πως η απεικόνιση με PSMA-PET μπορεί να καθοδηγήσει το σχεδιασμό της ακτινοθεραπείας ή να αλλάξει συνολικά τη θεραπευτική αντιμετώπιση των ασθενών με καρκίνο του προστάτη και μεταβολικά ενεργή νόσο εκτός της πρωτοπαθούς εστίας.
Συμπεράσματα: Η ακριβής χαρτογράφηση της έκτασης της νόσου είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την καθοδήγηση της θεραπείας στην κλινική πράξη. Η απεικόνιση με PSMA PET δύναται να μεταβάλει σημαντικά σε μεγάλο ποσοστό τα πλάνα ακτινοθεραπείας και να αλλάξει το θεραπευτική προσέγγιση συνολικά. Απαιτούνται προοπτικές κλινικές μελέτες για να αποσαφηνίσουν το βέλτιστο ρόλο της εν λόγω απεικόνισης.

AA 006 Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΟΥ ΥΠΕΡΗΧΟΤΟΜΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΣΤΗΝ ΠΡΩΪΜΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΙΚΩΝ ΑΛΛΟΙΩΣΕΩΝ ΤΟΥ ΠΑΧΕΟΣ ΕΝΤΕΡΟΥ

Μαράτσος Αριστόδημος1, Παντελάρος Νικόλαος2 1 Ιδιώτης Ιατρός Ακτινοδιαγνώστης
2 Ιδιώτης Ιατρός Γαστρεντερολόγος
Σκοπός: Ανάδειξη της αξίας του προληπτικού ελέγχου του παχέος εντέρου, κατά τον υπερηχοτομογραφικό έλεγχο της κοιλιακής χώρας.
Υλικό–Μέθοδοι: Παρουσιάζουμε δύο περιστατικά ασθενών, οι οποίοι υπεβλήθησαν σε προληπτικό υπερηχοτομογραφικό έλεγχο της άνω και κάτω κοιλίας, κατά την διάρκεια του οποίου αναδείχθηκαν από την εξέταση του παχέος εντέρου, πολυποειδείς ενδοαυλικές αλλοιώσεις, που αφορούν σε μία αλλοίωση στο κατιόν κόλον και δύο αλλοιώσεις στο τυφλό. Ακολούθησε ενδοσκοπική επιβεβαίωση των βλαβών και αφαίρεση αυτών.
Αποτελέσματα: Οι ιστολογικές εξετάσεις ανέδειξαν στην μία περίπτωση in situ καρκίνωμα και στην έτερη αδενοκαρκίνωμα pT1. Κατόπιν προοδευτικών επανελέγχων με ενδοσκόπηση και ΥΤ, δεν κρίθηκε σκόπιμη η περαιτέρω θεραπευτική αντιμετώπιση, χειρουργική ή φαρμακευτική.
Συμπεράσματα: Ο προληπτικός έλεγχος του παχέος εντέρου, κατά τον υπερηχοτομογραφικό έλεγχο της   κοιλίας, στα πλαίσια του δυνατού λόγω των περιορισμών της μεθόδου και των δεξιοτήτων του Ακτινοδιαγνώστη, απαιτεί λίγο χρόνο, μπορεί ωστόσο να προσφέρει στον ασθενή πρώιμη διάγνωση προκαρκινικών ή καρκινικών αλλοιώσεων, συνεισφέροντας σε περιορισμό της ανάγκης χειρουργικής αντιμετώπισης ή χημειοθεραπείας, με ότι
αυτό συνεπάγεται για την ποιότητα ζωής του ασθενούς. Η προσέγγιση αυτή εμφανίζει διεθνώς αυξημένη σημασία.

AA 007 ΑΠΟΦΡΑΚΤΙΚΗ ΟΥΡΟΠΑΘΕΙΑ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΕΝΤΕΡΟΚΥΣΤΙΚΟΥ ΣΥΡΙΓΓΙΟΥ ΛΟΓΩ ΥΠΟΤΡΟΠΗΣ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΠΑΧΕΟΣ ΕΝΤΕΡΟΥ

Φώτη Λουίζα, Φραντζής Χρίστος, Νεοφύτου Ιωάννης, Παντελή Αλέξανδρος, Κούρρη Αρίστη, Παρτασίδης Βάιος
Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας
Σκοπός: Η παρουσίαση ενός ενδιαφέροντος περιστατικού υποτροπής καρκίνου παχέος εντέρου με επακόλουθη αποφρακτική ουροπάθεια και δημιουργία εντεροκυστικού συριγγίου.
Υλικό-Μέθοδοι: Ασθενής θήλυ 58 ετών με ατομικό ιστορικό καρκίνου σιγμοειδούς χειρουργηθέντος προ  πενταετίας προσέρχεται σε σηπτική κατάσταση. Η ασθενής είχε υποβληθεί πρόσφατα σε διαδερμική παροχέτευση ενδοπυελικού αποστήματος με δημιουργία ιατρογενούς δερματικού συριγγίου, και παρουσίαζε αποβολή κοπράνων από τον ουροκαθετήρα. Στα πλαίσια της διερεύνησης πραγματοποιήθηκε αξονική τομογραφία κοιλίας μετά την από του στόματος λήψη γαστρογραφίνης και πάρθηκαν εικόνες πριν και μετά τη χορήγηση ενδοφλέβιας σκιαγραφικής ουσίας.
Αποτελέσματα: Στην αξονική τομογραφία κοιλίας διαπιστώθηκε ιστός πυκνότητας μαλακών μορίων με ασαφή όρια και ενδεικτικές διαστάσεις 5,5εκ(ΕΓΚ) χ 3,6εκ.(ΠΟ) χ 5,4εκ(ΚΟ), ο οποίος παρουσίαζε ήπιο εμπλουτισμό  και συνεχόταν αφενός με το σιγμοειδές στο σημείο της αναστόμωσης και αφετέρου με το δερματικό συρίγγιο στο δεξιό λαγόνιο βόθρο που περιείχε φυσαλίδες αέρα. Η βλάβη διηθούσε το δεξιό πλάγιο τοίχωμα της ουροδόχου
κύστεως, εγκλωβίζοντας το σύστοιχο ουρητήρα, και το τοίχωμα του ειλεού, προκαλώντας στένωση του αυλού του και προστενωτική διάταση του λεπτού εντέρου. Παρατηρήθηκαν επίσης παθολογικά διογκωμένοι λεμφαδένες, με κυστική εκφύλιση/νέκρωση και επασβεστώσεις, διαμέτρου έως 2,5εκ., κατά μήκος των δεξιών λαγόνιων αγγείων.
Συμπεράσματα: Τα ευρήματα έθεσαν την υποψία κακοήθειας, και ειδικότερα υποτροπής του καρκίνου του παχέος εντέρου με τοπικά εκτεταμένη νόσο και μετάσταση σε επιχώριους λεμφαδένες.

AA 008 ΔΕΣΜΟΕΙΔΗΣ ΟΓΚΟΣ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΤΟΜΟΓΡΑΦΙΑΣ

Γιουτλάκη Ελένη, Ζμπόγκο Αλμπάνα-Ευγενία, Παρλαμέντη Καλλιόπη, Καστή Ειρήνη, Καλαμαρά Χρυσούλα, Λαμπροπούλου Πηνελόπη, Δρόσος Χαράλαμπος
Τμήμα Αξονικού Τομογράφου, Κέντρο Νεότερων Ακτινοδιαγνωστικών Απεικονίσεων, ΓΝΑ Γ. Γεννηματάς
Σκοπός: Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η παρουσίαση περιστατικού με δεσμοειδή όγκο με την χρήση της αξονικής τομογραφίας.
Υλικό και μέθοδος: Ασθενής, 30 ετών, προσέρχεται στο τμήμα επειγόντων περιστατικών του νοσοκομείου, λόγω διάχυτου κοιλιακού άλγους, αδυναμία και καταβολή.  Πραγματοποιείται  αξονική τομογραφία άνω-κάτω κοιλίας, μετά την χορήγηση σκιαγραφικής ουσίας, όπου αναδεικνύεται η παρουσία μορφώματος, διαστάσεων 7,3Χ6,5εκ., το οποίο εμφανίζει πυκνότητα μαλακού ιστού. Το εν λόγω μόρφωμα εντοπίζεται στο ύψος του δεξιού λαγονίου βόθρου, έρχεται σε άμεση επαφή με το σιγμοειδές, προκαλώντας πιεστικά φαινόμενα, με εικόνα διάτασης των ελίκων του λεπτού. Ελέγχεται συλλογή υγρού μεταξύ των εντερικών ελίκων και βαθμός ασαφοποίησης των μεσεντερίου λίπους.
Αποτελέσματα: Ακολούθησε η χειρουργική εξαίρεση του μορφώματος και η ιστολογική εξέταση ανέδειξε την παρουσία δεσμοειδούς όγκου.
Συμπεράσματα: Ο δεσμοειδής όγκος είναι νόσος του συνδετικού ιστού και αποτελεί μια εξαιρετικά σπάνια ογκολογική οντότητα. Μπορεί να εντοπίζεται σε οποιαδήποτε ανατομική θέση, με συνηθέστερες αυτές του κοιλιακού τοιχώματος και του μεσεντερίου. Δε μεθίσταται σε απομακρυσμένα όργανα αλλά παρουσιάζει υψηλά ποσοστά τοπικών υποτροπών. Συνήθως εμφανίζεται σποραδικά και η αιτιολογία του είναι άγνωστη, αν και έχει συσχετισθεί με σύνδρομο οικογενούς πολυποδίασης και ιστορικό τραύματος ή χειρουργικής επέμβασης. Οι δεσμοειδείς όγκοι είναι συνήθως ασυμπτωματικοί. Η διαφορική διάγνωση όταν αυτό εντοπίζεται στο μεσεντέριο, περιλαμβάνει το λέμφωμα, τα GIST και τα ινοσαρκώματα. Οι περισσότεροι δεσμοειδείς όγκοι είναι καλώς οριοθετημένες μάζες, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να φαίνονται πιο επιθετικοί με ακανόνιστα όρια. Στην υπολογιστική τομογραφία οι όγκοι εμφανίζονται με σχετικά σαφή όρια και πυκνότητα παρόμοια με αυτή των μαλακών μορίων. Μετά την χορήγηση του σκιαγραφικού ο όγκος ελέγχεται με αυξημένη ενίσχυση.
Μετά από επιβεβαίωση με βιοψία του δεσμοειδούς όγκου συστήνεται στενή παρακολούθηση, εκτός εάν τα αυξημένες διαστάσεις αυτού μπορεί να προκαλούν πιεστικά φαινόμενα ή λειτουργικές διαταραχές (π.χ. απόφραξη εντέρου). Σε αυτή την περίπτωση η ενδεδειγμένη θεραπεία είναι η χειρουργική εξαίρεση. Σε περιπτώσεις μη εξαιρέσιμων όγκων η νόσος μπορεί να αντιμετωπιστεί με χημειοθεραπεία, ορμονοθεραπεία ή ακτινοθεραπεία.

AA 009 Η ΧΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΤΟΜΟΓΡΑΦΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΓΑΓΓΛΙΩΜΑΤΟΣ. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟΥ

Γιουτλάκη Ελένη, Ζμπόγκο Αλμπάνα-Ευγενία, Παρλαμέντη Καλλιόπη, Καστή Ειρήνη, Καλαμαρά Χρυσούλα, Λαμπροπούλου Πηνελόπη, Δρόσος Χαράλαμπος
Τμήμα Αξονικού Τομογράφου, Κέντρο Νεότερων Ακτινοδιαγνωστικών Απεικονίσεων, ΓΝΑ Γ. Γεννηματάς
Σκοπός: Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η παρουσίαση περιστατικού με παραγαγγλίωμα με την χρήση της αξονικής τομογραφίας.
Υλικό και μέθοδος: Ασθενής, 40 ετών, προσέρχεται στο τμήμα επειγόντων περιστατικών του νοσοκομείου, λόγω διάχυτου κοιλιακού άλγους, αδυναμία, καταβολή και υπέρταση. Πραγματοποιείται αξονική τομογραφία άνω-κάτω κοιλίας, μετά την χορήγηση σκιαγραφικής ουσίας, όπου αναδεικνύεται ένα ευμέγεθες μόρφωμα, διαστάσεων 6,2Χ5,0εκ., το οποίο προβάλει δεξιά της μέσης γραμμής- οπισθοπεριτοναικά και οπισθίως της κεφαλής του παγκρέατος, με την οποία έρχεται σε επαφή. Το μόρφωμα εμφανίζει έντονη ανομοιογενή ενίσχυση στην αρτηριακή φάση, με εικόνα τήξεως εντός αυτού. Η εν λόγω αλλοίωση ασαφοποιεί το περιφερικό στέλεχος της πυλαίας φλέβας και την συμβολή της σπληνικής φλέβας με την άνω μεσεντέρια φλέβα καθώς και τμήμα της κάτω κοίλης φλέβας.
Στην διαφορική διάγνωση περιλαμβάνεται το φαιοχρωμοκύττωμα και το παραγαγγλίωμα, χωρίς ωστόσο να αποκλείεται άλλου τύπου αλλοίωση.
Αποτελέσματα: Ακολούθησε η χειρουργική εξαίρεση του μορφώματος και η ιστολογική εξέταση ανέδειξε την παρουσία παραγαγγλιώματος.
Συμπεράσματα: Το παραγαγγλίωμα είναι ένας σπάνιος ενδοκρινής όγκος που αναπτύσσεται στα κύτταρα του περιφερικού νευρικού συστήματος και παρομοιάζεται με το φαιοχρωμοκύττωμα (εξωεπινεφριδικό
φαιοχρωμοκυττώμα). Το παραγαγγλίωμα του συμπαθητικού συστήματος παράγει αδρεναλίνη (κυρίως εντοπίζεται στο όργανο του Zuckerkandl, κατά μήκος του κατώτερου τμήματος της κοιλιακής αορτής), ενώ μπορεί να είναι μη ορμονοπαραγωγά, είτε να παράγει μόνο νοραδρεναλίνη. Οι ασθενείς μπορεί να παραμένουν ασυμπτωματικοί ή να εμφανίσουν υπέρταση, ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών, εφίδρωση, κεφαλαλγία και κοιλιακό άλγος.
Τα περισσότερα παραγαγγλιώματα είτε εμφανίζονται σποραδικά, είτε στα πλαίσια κλινικών συνδρόμων (von Hippel-Lindau, μεταλλάξεις στο SDHB γονίδιο,σύνδρομο MEN 2). Στην υπολογιστική τομογραφία, το
παραγαγγλίωμα εμφανίζεται ως μια ανομοιογενή μάζα, με πυκνότητα >10 μονάδες Hounsfield (HU), με έντονη ενίσχυση μετά την χορήγηση του σκιαγραφικού και καθυστερημένη έκπλυση αυτού, στην παρατεταμένη φάση. Η χειρουργική εξαίρεση αποτελεί τη θεραπεία εκλογής.

AA 010 ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΤΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΑΞΟΝΙΚΗΣ ΤΟΜΟΓΡΑΦΙΑΣ ΣΕ ΕΠΕΙΓΟΝΤΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΟΓΚΟΛΟΓΙΚΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ

Γιουτλάκη Ελένη, Ζμπόγκο Αλμπάνα-Ευγενία, Παρλαμέντη Καλλιόπη, Καστή Ειρήνη, Καλαμαρά Χρυσούλα, Λαμπροπούλου Πηνελόπη, Δρόσος Χαράλαμπος
Τμήμα Αξονικού Τομογράφου, Κέντρο Νεότερων Ακτινοδιαγνωστικών Απεικονίσεων, ΓΝΑ Γ. Γεννηματάς
Σκοπός: Σκοπός της εργασίας είναι η αναφορά στις σημαντικές επιπλοκές σε ογκολογικούς ασθενείς για τις οποίες η αξονική τομογραφία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην διάγνωση τους.
Υλικό και μέθοδος: Οι κυριότερες επείγουσες επιπλοκές είναι ο υποδρεπάνιος και διασκηνιδιακός εγκολεασμός σε μεταστάσεις εγκεφάλου, το σύνδρομο άνω κοίλης φλέβας, η πνευμονική εμβολή και η φλεβική θρόμβωση
των άκρων, οι ουδετεροπενικές λοιμώξεις, ο αποφρακτικός ειλεός και η διάτρηση του πεπτικού σωλήνα και η συμπίεση του νωτιαίου μυελού.
Αποτελέσματα: Στην παρούσα εργασία μέσα από την περιγραφή ποικίλων περιστατικών θα γίνει λεπτομερής αναφορά σε όλα τα ευρήματα της αξονικής τομογραφίας που πρέπει ο κάθε ακτινολόγος να γνωρίζει για να διαγιγνώσκει τις παραπάνω επιπλοκές.
Συμπεράσματα: O αριθμός των ογκολογικών περιστατικών αυξάνεται ραγδαία καθημερινά. Η χρήση των απεικονιστικών μεθόδων όπως και η εξοικείωση των ακτινολόγων στην ανεύρεση και την διάγνωση των επιπλοκών αυτών, οδηγεί στην κατάλληλη θεραπευτική προσέγγιση έτσι ώστε να επιτευχθεί η βελτίωση της ποιότητας ζωής  και της επιβίωσης των ασθενών αυτών.

ΑΑ 011 ΒΕΛΤΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΤΙΚΩΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΩΝ ΓΙΑ ΛΗΨΗ ΕΙΚΟΝΩΝ 2D ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΤΙΚΑ ΚΑΘΟΔΗΓΟΥΜΕΝΗ ΑΚΤΙΝΟΘΕΡΑΠΕΙΑ (IGRT)

Βελώνης Μάριος1,2, Χατζηιωάννου Κωνσταντίνος1, Παπαβασιλείου Περικλής3, Κιμούνδρη Ουρανία1, Κωδωνά Χιονία1, Γρηγοριάδης Ιωάννης1, Γιαννουζάκος Βασίλειος4, Παπαναστασίου Εμμανουήλ5, Σιούντας Αναστάσιος5, Καραΐσκος Παντελής6 & Σεϊμένης Ιωάννης6

  1. Τμήμα Ιατρικής Φυσικής Γ.Ν.ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
  2. Τμήμα Ιατρικής Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
  3. Τμήμα Βιοϊατρικών Επιστημών Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής
  4. Tμήμα Ακτινοθεραπείας Γ.Ν.ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
  5. Εργαστήριο Ιατρικής Φυσικής, Τμήμα Ιατρικής Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης 6.Τμήμα Ιατρικής Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Σκοπός: Οι σύγχρονες τεχνικές ακτινοθεραπείας απαιτούν τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια στην τοποθέτηση του ασθενούς, η οποία επιτυγχάνεται με τη λήψη 2D/3D εικόνων με το ενσωματωμένο στον Γραμμικό Επιταχυντή σύστημα απεικόνισης (On Board Imager). Σκοπός της παρούσης εργασίας είναι η αξιολόγηση και τροποποίηση των προεπιλεγμένων πρωτοκόλλων λήψης 2D εικόνων, με στόχο τη μείωση της δόσης στον ασθενή χωρίς όμως υποβάθμιση της ποιότητας απεικόνισης.
Υλικό και μέθοδος: Ομοίωμα τύπου TOR_FG-18 μέτρησης διακριτικής ικανότητας χαμηλής και υψηλής αντίθεσης (Δ.Ι.Χ.Α. & Δ.Ι.Υ.Α., αντίστοιχα), τοποθετήθηκε στο κέντρο PMMA ομοιωμάτων που προσομοίαζαν κεφαλή και πύελο ασθενών. Αρχικά, λήφθηκαν προσθιοπίσθιες και πλάγιες ακτινογραφίες των ομοιωμάτων χρησιμοποιώντας τα προεπιλεγμένα πρωτόκολλα λήψης, ενώ μετρήθηκε η δόση εισόδου ε αξιολογήθηκε η ποιότητα απεικόνισης.
Ακολούθως, λήφθηκε πλήθος ακτινογραφιών με διαφορετικούς συνδυασμούς στοιχείων λήψης (kV, mAs), μετρήθηκε η δόση εισόδου και η ποιότητα των εικόνων για κάθε συνδυασμό και επιλέχθηκαν τα βέλτιστα πρωτόκολλα λήψης για κεφαλή και πύελο. Τα βελτιστοποιημένα πρωτόκολλα εφαρμόσθηκαν πιλοτικά σε 10 ασθενείς προς επιβεβαίωση της δυνατότητας κλινικής εφαρμογής τους.
Αποτελέσματα: H Δ.Ι.Χ.Α. εμφανίζει ισχυρή εξάρτηση από τα kV και mAs, σε αντίθεση με την Δ.Ι.Υ.Α. που επηρεάζεται ασθενώς. Η βελτιστοποίηση των πρωτοκόλλων λήψης επέφερε μείωση της δόσης κατά 49% και  29% στην προσθιοπίσθια και πλάγια λήψη κεφαλής, και κατά 29% και 27% στην προσθιοπίσθια και πλάγια λήψη πυέλου, χωρίς αξιολογήσιμη υποβάθμιση της ποιότητας εικόνας Τα βελτιστοποιημένα πρωτόκολλα εντάχθηκαν επιτυχώς στην κλινική πράξη.
Συμπεράσματα: Δεδομένου του πλήθους των ακτινοθεραπευτικών συνεδριών και των αντίστοιχων απεικονιστικών λήψεων, η βελτιστοποίηση των πρωτοκόλλων απεικόνισης μπορεί να επιφέρει σημαντική μείωση στη συνολική ακτινική επιβάρυνση των ασθενών.

ΑΑ 012 DOSIOMICS ΣΤΗΝ ΑΚΤΙΝΟΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΟΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΤΗΣ ΑΚΤΙΝΙΚΗΣ ΠΝΕΥΜΟΝΙΤΙΔΑΣ.

Καμπέρης Ευστάθιος1, Κωδωνά Χιονία2, Χατζηιωάννου Κωνσταντίνος2, Γιαννουζάκος Βασίλειος1

  1. Ακτινοθεραπευτικό Τμήμα, ΓΠΝ Παπαγεωργίου, Θεσσαλονίκη
  2. Τμήμα Ιατρικής Φυσικής, ΓΠΝ Παπαγεωργίου, Θεσσαλονίκη

Εισαγωγή: Η ακτινομική ανάλυση απέδειξε ότι μπορεί να βοηθήσει στη λήψη αποφάσεων στη βάση της εξατομικευμένης ιατρικής έχοντας προβλεπτικό και προγνωστικό ρόλο. Όταν στα ακτινομικά μοντέλα προστίθεται η κατανομή της δόσης του πλάνου θεραπείας, τότε η ανάλυση ονομάζεται δοσιονομική (dosiomics).
Υλικό και μέθοδος: Πραγματοποιήσαμε βιβλιογραφική έρευνα στις ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων (Medline, Scopus και Google Scholar) σχετικά με το ρόλο των dosiomics στην πρόβλεψη της ακτινικής πνευμονίτιδας σε ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα.
Αποτελέσματα: Ο Liang και οι συνεργάτες του κατάφεραν να εξαγάγουν 129 δοσιονομικά χαρακτηριστικά από την κατανομή δόσης του σύστοιχου και αντίστοιχου πνεύμονα σε 70 ασθενείς που υποβλήθηκαν σε ακτινοθεραπεία. Στη συνέχεια συγκρίθηκαν με μετρήσεις δόσης και δόσης-όγκου (π.χ. MLD, V5) και με μοντέλα NTCP. Η ικανότητα πρόβλεψης από κάθε μεμονωμένο χαρακτηριστικό αξιολογήθηκε από την AUC και έδειξε την υπεροχή της δοσιονομικής ανάλυσης έναντι των μετρήσεων δόσεων-όγκου και συγκρίσιμα αποτελέσματα πρόβλεψης με τα μοντέλα NTCP. Τα χαρακτηριστικά που έδειξαν τη μεγαλύτερη ικανότητα πρόβλεψης αφορούσαν στο σύστοιχο πνεύμονα. Η πολυπαραγοντική ανάλυση έδειξε ότι η δοσιονομική ανάλυση υπερτερεί έναντι της MLD και V5, αφού οι τελευταίες έχουν παρόμοια φιλοσοφία και δεν περιέχουν επιπρόσθετη προβλεπτική πληροφορία.
Συμπεράσματα: Η δοσιονομική ανάλυση είναι πολλά υποσχόμενη στο ερευνητικό πεδίο της πρόβλεψης των παρενεργειών των οργάνων σε κίνδυνο από ακτινοθεραπεία, αλλά ίσως και της πρόγνωσης όσον αφορά στον όγκο προς θεραπεία. Χρειάζονται περισσότερες κλινικές μελέτες προτού ενσωματωθεί στο workflow της ακτινοθεραπείας.

AA 013 Η ΕΠΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΣΥΓΚΡΙΣΗΣ ΟΣΤΙΚΩΝ ΔΟΜΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΚΑΘΟΔΗΓΟΥΜΕΝΗ ΑΠΟ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΑΚΤΙΝΟΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΤΑΤΗ.

Καμπέρης Ευστάθιος1, Κωδωνά Χιονία2, Χατζηιωάννου Κωνσταντίνος2, Γιαννουζάκος Βασίλειος1 1 Ακτινοθεραπευτικό Τμήμα, ΓΠΝ Παπαγεωργίου, Θεσσαλονίκη
2 Τμήμα Ιατρικής Φυσικής, ΓΠΝ Παπαγεωργίου, Θεσσαλονίκη
Σκοπός: Η παρουσίαση της εμπειρίας μας από τη χρήση της 2D-kV απεικόνισης κατά τη διαδικασία της επιβεβαίωσης της θέσης του ασθενούς που υποβάλλεται σε ακτινοθεραπεία του προστάτη συγκριτικά με την τρισδιάστατη απεικόνιση με αξονική τομογραφία κωνικής δέσμης (Cone Beam CT, CBCT).
Υλικό-Μέθοδοι: Σε 15 ασθενείς με καρκίνο του προστάτη που υποβλήθηκαν σε ριζική ακτινοθεραπεία μελετήθηκε η επάρκεια της επιβεβαίωσης θέσης με 2D-kV απεικόνιση, που επιτρέπει τη διόρθωσή της με οδηγό τις οστικές δομές της πυέλου. Η σύγκριση έγινε με την τρισδιάστατη απεικόνιση CBCT που λαμβάνεται αμέσως μετά τη διόρθωση της θέσης του ασθενούς με 2D-kV. Σε δεύτερο χρόνο (offline) μελετήθηκαν η στόχευση δομών όπως
ο προστάτης, οι σπερματοδόχες κύστεις και οι πυελικοί λεμφαδένες στους αντίστοιχους σχεδιασμένους όγκους (Planning Treatment Volumes) του πλάνου θεραπείας, που εμπεριέχουν κατάλληλο περιθώριο ως προς τις τρεις διαστάσεις. Συνολικά μελετήθηκαν 95 αξονικές τομογραφίες κωνικής δέσμης για τη σύγκριση αντίστοιχων τοποθετήσεων ασθενών.
Αποτελέσματα: Στις 95 αξονικές τομογραφίες κωνικής δέσμης, η σύμπτωση του προστάτη, των σπερματοδόχων κύστεων και των λεμφαδένων της πυέλου στους όγκους που σχεδιάστηκαν για την ακτινοθεραπεία ήταν 98%, 92% και 100%, αντίστοιχα.
Συμπεράσματα: Η μέθοδος διόρθωσης της θέσης των οστικών δομών του ασθενούς κατά την ακτινοθεραπεία εξασφαλίζει επαρκή ακρίβεια για τη στόχευση των όγκων προς ακτινοβόληση για το συγκεκριμένο πρωτόκολλο σχεδιασμού. Βελτίωση απαιτήθηκε για τις σπερματοδόχους κύστεις ως προς την προετοιμασία των ασθενών (ορθό και ουροδόχος κύστη) πριν τη θεραπεία και λιγότερο ως προς τη μέθοδο της απεικονιστικής καθοδήγησης.

AA 014 Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ RADIOMICS ΣΤΟΝ ΚΑΡΚΙΝΟ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΟΝΑ.

Καμπέρης Ευστάθιος1, Κωδωνά Χιονία2, Γιαννουζάκος Βασίλειος1
1 Ακτινοθεραπευτικό Τμήμα, ΓΠΝ Παπαγεωργίου, Θεσσαλονίκη 2 Τμήμα Ιατρικής Φυσικής, ΓΠΝ Παπαγεωργίου, Θεσσαλονίκη
Σκοπός: Η διερεύνηση της μεθοδολογίας των radiomics και ο ρόλος τους στη διαχείριση του καρκίνου του πνεύμονα.
Υλικό–Μέθοδοι: Πραγματοποιήσαμε βιβλιογραφική έρευνα στις ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων (Medline, Scopus και Google Scholar) για τη μεθοδολογία και τη χρησιμότητα των radiomics στην ογκολογία γενικά και τη συνεισφορά τους στον καρκίνο του πνεύμονα ειδικά.
Αποτελέσματα: Η έννοια των radiomics αναφέρεται στην εξονυχιστική άντληση ποσοτικών χαρακτηριστικών από τις εικόνες της ιατρικής απεικόνισης, η δομή των οποίων καθορίζεται μερικώς από τον ιστοπαθολογικό φαινότυπο και γονότυπο του όγκου. Επίσης, αναφέρεται στην ανάλυση και μοντελοποίησή τους σε σχέση με διάφορα κλινικά καταληκτικά σημεία. Τα δεδομένα μπορούν να αναλυθούν μόνα τους ή συνδυαστικά με άλλα
"omics", π.χ. genomics, και κλινικές πληροφορίες. Ο τελικός στόχος είναι η κατασκευή πολυκλαδικών συστημάτων υποστήριξης κλινικών αποφάσεων. Στην κλινική πράξη δεν είναι δυνατό να υποβληθεί σε βιοψία κάθε εντόπιση ενός όγκου σε πολλαπλά χρονικά σημεία. Αντιθέτως, η απεικόνιση συλλαμβάνει την ετερογένεια εντός του όγκου με έναν μη-επεμβατικό τρισδιάστατο τρόπο και μπορεί να ληφθεί πολλές φορές ως μέρος της συνήθους κλινικής φροντίδας. Για την περίπτωση του καρκίνου του πνεύμονα τα σύγχρονα ερευνητικά ζητήματα είναι ο συσχετισμός του φαινότυπου με τη γενετική, η πρόβλεψη της κλινικής έκβασης, καθώς και η παρακολούθηση της ανταπόκρισης στις θεραπείες για λήψη κλινικών αποφάσεων.
Συμπεράσματα: Τα radiomics είναι ένας αναπτυσσόμενος ερευνητικός τομέας στην εποχή της εξατομικευμένης ιατρικής. Είναι μη επεμβατικός, οικονομικός και επαναλήψιμος με πολλά υποσχόμενα αποτελέσματα στη διαχείριση των ασθενών με καρκίνο του πνεύμονα.

ΑΑ 015 ΧΟΛΑΓΓΕΙΟΚΑΡΚΙΝΩΜΑΤΑ: ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΤΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΣΤΗ ΜΑΓΝΗΤΙΚΗ ΤΟΜΟΓΡΑΦΙΑ

Κοντάκη Θεοδοσία1, Καραπασιάς Νικόλαος1, Κατσίρης Νικόλαος1, Μάρκου Ανδρέας2, Σίσκας Δημήτριος1, Ποζουκίδης Χριστόφορος1

  1. Ακτινολογικό Εργαστήριο, Γενικό Νοσοκομείο Κοζάνης «Μαμάτσειο»
  2. Ακτινολογικό Εργαστήριο, Γενικό Νοσοκομείο Φλώρινας

Σκοπός: Η απεικόνιση με την Μαγνητική Τομογραφία άνω κοιλίας και τη Μαγνητική Χολαγγειογραφία (MRCP) των ευρημάτων σε ασθενείς με επιβεβαιωμένη διά βιοψίας κακοήθη νόσο του χοληφόρου συστήματος, που εξετάστηκαν στο εργαστήριό μας κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους.
Υλικό και Μέθοδοι: Από τον Οκτώβριο του 2018 έως και το Σεπτέμβριο του 2019, διενεργήθηκε MRI άνω κοιλίας με ενδοφλέβια χορήγηση σκιαστικού και MRCP σε 7 ασθενείς με κακοήθη νόσο των χοληφόρων (χολαγγειο-
Ca), 5 άνδρες και 2 γυναίκες, ηλικίας 61-85 ετών (μέσος όρος ηλικίας 76 έτη). Οι ασθενείς παραπέμφθηκαν στο Εργαστήριό μας για διερεύνηση ανώδυνου ίκτερου, ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις είχε προηγηθεί Υπερηχογράφημα και Αξονική Τομογραφία.
Αποτελέσματα: Με βάση την εντόπιση, έγινε και η ταξινόμηση των μαζών: σε 4 ασθενείς ο όγκος βρισκόταν στην περιοχή της πύλης του ήπατος στη συμβολή των ηπατικών πόρων (Klatskin tumor), ενώ σε 3 ήταν εξωηπατικός (στον κοινό ηπατικό ή το χοληδόχο πόρο). Η απεικόνιση σε όλους τους ασθενείς κατέδειξε απότομη διακοπή της συνέχειας του χοληφόρου συστήματος, λόγω διήθησης από τη μάζα με διάταση κεντρικότερα, ενώ περιφερικότερα της διήθησης το εύρος ήταν φυσιολογικό. Η μάζα σε 3 περιπτώσεις δεν ήταν διακριτή. Μeta – εστίες ήπατος απεικονίσθηκαν σε 2 ασθενείς.
Τα ευρήματα επιβεβαιώθηκαν με τη διενέργεια ενδοσκόπησης και τη λήψη βιοψίας και ακολούθησε η ανάλογη θεραπευτική αντιμετώπιση.
Συμπεράσματα: Σε περιπτώσεις ανώδυνου αποφρακτικού ίκτερου, η Μαγνητική Χολαγγειογραφία (MRCP) μπορεί να καταδείξει με ακρίβεια το επίπεδο της απόφραξης του χοληφόρου συστήματος, βοηθώντας καθοριστικά στη θεραπευτική προσέγγιση του ασθενούς.

ΑΑ 016 ΑΤΥΠΗ ΥΠΕΡΠΛΑΣΙΑ (ADH, ALH) KAI IN SITU ΚΑΡΚΙΝΩΜΑ ΜΑΣΤΟΥ (DCIS,LCIS).ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΤΙΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΑΣΘΕΝΩΝ ΣΤΟΝ ΠΡΟΕΓΧΕΙΡΗΤΙΚΟ ΕΛΕΓΧΟ. ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟΥ (CASE REPORT).

Καρυακατζής Θωμάς1, Τιμπλαλέξη Δέσποινα3, Φώτη Έλενα1, Μουνδρέα Μαριάνθ2

  1. Ακτινολογικό Εργαστήριο Γ.Ν.Αθηνών «Γ.Γεννηματάς».
  2. Ακτινολογικό Εργαστήριο Ε.Α.Ν.Πειραιά «Μεταξά».
  3. Παθολογικό νοσοκομείο Αθηνών Σπηλιοπούλειο «Η Αγία Ελένη».

Σκοπός: Η άτυπη πορογενής υπερπλασία (ADH), αλλά και η άτυπη λοβιακή υπερπλασία (ALH) , αποτελούν βλάβες υψηλού κινδύνου για την ανάπτυξη καρκίνου του μαστού. Συχνά συνυπάρχουν ή προαναγγέλλουν την παρουσία ενός in situ καρκινώματος (DCIS, LCIS). Σκοπός της εργασίας μας είναι να αναδείξουμε τα ιδιαίτερα απεικονιστικά χαρακτηριστικά των προκαρκινικών αυτών βλαβών, όπως αυτά ανευρίσκονται στις
εξετάσεις προληπτικού ή διαγνωστικού ελέγχου σε μια γυναίκα. Επίσης στόχος μας είναι να διευκρινίσουμε την αναγκαιότητα της διαγνωστικής εξέτασης εκλογής ανά περίπτωση και την ορθή διαχείριση των ασθενών στον προεγχειρητικό έλεγχο.
Υλικό - Μέθοδοι: Βιβλιογραφική ανασκόπηση και διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες, βοηθούν να οριοθετήσουμε την ορθή διαχείριση των ασθενών με άτυπη πορογενή ή λοβιακή υπερπλασία. Επίσης θα παρουσιάσουμε ένα ενδιαφέρον περιστατικό (case report) μιας ασθενούς 43 ετών με συνύπαρξη ευρημάτων άτυπης υπερπλασίας και καρκίνου του μαστού και με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στον τρόπο διαχείρισης και θεραπείας που ακολούθησε.
Αποτελέσματα: Ενίοτε μη ειδικά μαστογραφικά ευρήματα, απαιτούν συμπληρωματικό υπερηχοτομογραφικό έλεγχο ή και μαγνητική μαστογραφία για την απεικονιστική εκτίμηση των βλαβών. Διαδερμική κατευθυνόμενη βιοψία (core biopsy) θέτει την τελική διάγνωση.
Συμπεράσματα: Η ορθή διαγνωστική εκτίμηση αλλά και η ορθή θεραπευτική διαχείριση των ασθενών με άτυπη υπερπλασία, απαιτεί γνώση και εμπειρία με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των βλαβών αυτών.

AA 017 IPMN - ΕΝΔΟΠΟΡΙΚΑ ΘΗΛΩΔΗ ΒΛΕΝΝΩΔΗ ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΑ ΠΑΓΚΡΕΑΤΟΣ ΚΥΣΤΙΚΟΙ ΟΓΚΟΙ ΤΟΥ ΠΑΓΚΡΕΑΤΟΣ ΠΟΥ ΕΜΦΑΝΙΖΟΝΤΑΙ ΟΛΟ ΚΑΙ ΣΥΧΝΟΤΕΡΑ.

Παπαϊωάννου Σοφία, Χάβαρη Χριστιάνα, Ρήγκας Αθανάσιος, Γιαταγάνας Γεώργιος. Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Θεσσαλονικής Παπαγεωργίου.
Σκοπός: Σκοπός της εργασίας είναι η απεικονιστική διερεύνηση των ενδοπορικών θηλωδών βλεννωδών όγκων του παγκρέατος.
Υλικό – Μέθοδοι: Οι (IPMN ) είναι κυστικοί όγκοι του παγκρέατος που βρίσκονται στην κεφαλή ή το σώμα του και έχουν άμεση επικοινωνία με τον κύριο παγκρεατικό πόρο ή τους μικρούς εκφορητικούς πόρους. Οι όγκοι αυτοί προέρχονται από το επιθήλιο των πόρων. Βάσει της εντόπισης του γίνεται και η ταξινόμηση. Η ταξινόμηση απεικονιστικά πραγματοποιήθηκε με μαγνητική τομογραφία (MRI) και μαγνητική χολαγγειοπαγκρεατογραφία (MRCP) σε μαγνητικό τομογράφο 3TESLA.
Αποτελέσματα: Η ταξινόμηση συνέβαλε στην χειρουργική εκτομή κάποιων εξ αυτών, ενώ σε κάποιες άλλες περιπτώσεις κρίθηκε σκόπιμη η παρακολουθήση. Σε όλες τις περιπτώσεις κρίθηκε αναγκαίος ο περαιτέρω έλεγχος με EUS και διενέργεια FNA σε κάποια από τα περιστατικά.
Συμπεράσματα: Ο λεπτομερής απεικονιστικός έλεγχος των IPMN, είναι απαραίτητός τόσο για την σωστή αντιμετώπιση όσο και για τη σωστή διάγνωση και διαφοροδιάγνωση από άλλες κυστικές βλάβες του παγκρέατος.

ΑΑ 018 ΑΙΜΑΓΓΕΙΟΒΛΑΣΤΩΜΑ ΟΠΙΣΘΙΟΥ ΚΡΑΝΙΑΚΟΥ ΒΟΘΡΟΥ-ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΤΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΜΕ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΑΓΝΗΤΙΚΗ ΤΟΜΟΓΡΑΦΙΑ

Kαστή Ειρήνη1, Γλεντής Νικόλαος1, Παπαπαναγιώτου Νικόλαος1, Γεωργανάς Μάριος2, Τσιομπάνου Ελένη1, Ζορμπάς Μιχαήλ3, Σουλούνια Ελένη1, Δελαπόρτα Ειρήνη1

    1. Ιατρός Ακτινολόγος
    2. Επεμβατικός Ακτινολόγος
    3. Τεχνολόγος Ακτινολόγος

Τμήμα Υπολογιστικής-Μαγνητικής Τομογραφίας Γενικού Νοσοκομείου Ρόδου
Σκοπός: Σκοπός μας, η απεικονιστική προσέγγιση με ΥΤ και ΜΤ περιστατικού με επιβεβαιωμένη βιοψία αιμαγγειοβλαστώματος στον οπίσθιο κρανιακό βόθρο. Το αιμαγγειοβλάστωμα είναι όγκος αγγειακής αρχής (WHO grade I) που αποτελεί το 1-2,5% των πρωτοπαθών όγκων του κεντρικού νευρικού συστήματος. Συνηθέστερα εμφανίζεται σποραδικά κατά 80% αλλά υπάρχει και ο συγγενής τύπος στα πλαίσια του συνδρόμου Von Hippel Lindau (VHL).Συνήθως αφορά άνδρες 30-60 ετών όταν συνδέεται με VHL. Εντοπίζεται στον οπίσθιο κρανιακό βόθρο, 95% και στον νωτιαίο μυελό 3-13%.Σπανιότερα κυρίως σε ασθενείς με VHL εντοπίζεται και στα εγκεφαλικά ημισφαίρια. Στο σύνδρομο VHL γενικότερα έχουμε ανάπτυξη αιμαγγειοβλαστωμάτων στον αμφιβληστροειδή
και στο ΚΝΣ και παρουσία πολλαπλών καλοηθών και κακοηθών όγκων σε πολλά άλλα όργανα του σώματος με συχνότητα 1/36.000.
Υλικό-Μέθοδοι: Άρρεν,70 ετών με απεικόνιση ΥΤ και ΜΤ εγκέφαλου με έγχυση σκιαγραφικής και παραμαγνητικής ουσίας. Ακολούθησε βιοψία και χειρουργική εξαίρεση (μετεγχειρητική ΥΤ) του όγκου.
Αποτελέσματα: Αναγνωρίζεται εξεργασία οπισθίου κρανιακού βόθρου, οπισθίως του σκώληκα ανομοιογενής, με συμπαγή, νεκρωτικά και αιμορραγικά στοιχεία, έντονα εμπλουτιζόμενη. Ακολούθησε βιοψία και χειρουργική εξαίρεση .
Συμπεράσματα: Απεικονιστικά 60% το αιμαγγειοβλάστωμα απεικονίζεται ως ομοιογενής αλλοίωση με κυστικό στοιχείο και τοιχωματικό όζο που ενισχύεται έντονα μετά σκιαγραφικό. Κατά 40% η αλλοίωση είναι συμπαγής χωρίς κυστικό στοιχείο και έντονη πρόσληψη σκιαγραφικής ουσίας.

AA 019 ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΑ ΣΠΑΝΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΟΞΕΙΑΣ ΚΟΙΛΙΑΣ ΛΟΓΩ ΕΓΚΟΛΕΑΣΜΟΥ ΛΕΠΤΟΥ ΕΝΤΕΡΟΥ ΣΕ ΕΔΑΦΟΣ ΕΝΔΟΚΟΙΛΙΑΚΗΣ ΕΝΤΟΠΙΣΗΣ ΜΕΤΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΜΕΛΑΝΩΜΑΤΟΣ

Γκλαντζούνη Αναστασία, Πασσάς Γεώργιος, Αρκουμάνη Ελισάβετ, Κώστας Μιλτιάδης, Θεοδώρου Δάφνη. Τμήμα Αξονικού και Μαγνητικού Τομογράφου, Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων ″Γ. Χατζηκώστα″
Σκοπός: Η μεταστατική εκδήλωση μελανώματος στο γαστρεντερικό σύστημα είναι σπάνια. Επίσης σπάνιος είναι και ο εγκολεασμός λεπτού εντέρου σε ενήλικες λόγω μεταστατικής νόσου, με πρώτη σε συχνότητα πρωτοπαθής εστία, το μελάνωμα. Αυτό μεθίσταται αιματογενώς στο ΓΕΣ, με προτίμηση το λεπτό έντερο. Παρουσία εξωαυλικών μαζών μπορεί να παρατηρηθεί και στο μεσεντέριο. Ασθενείς με μεμονωμένες μεταστάσεις λεπτού εντέρου έχουν καλύτερη πρόγνωση αν αντιμετωπιστούν έγκαιρα χειρουργικά.
Κλινικά κυμαίνονται από ασυμπτωματικές, άτυπο κοιλιακό άλγος μέχρι σπανιότερα εικόνα εγκολεασμού. Στη διάγνωσή τους σημαντικό ρόλο παίζει η απεικόνιση με CT αλλά και με MRI, FDG-PET.
Σκοπός της παρουσίασης είναι η ανάδειξη των απεικονιστικών ευρημάτων της νόσου με CT κοιλίας, συμβάλλοντας στην έγκαιρη διάγνωση.
Υλικό-Μέθοδοι: Άρρεν, ηλικίας 71 χρόνων, προσήλθε με οξύ κοιλιακό άλγος, ναυτία και έμετο.
Ο ασθενής είχε ιστορικό χειρ/ντος μελανώματος δέρματος, με ηπατικές μεταστάσεις υπό ΧΜΘ. Πραγματοποιήθηκε U/S και CT κοιλίας.
Αποτελέσματα: Ο U/S έλεγχος ανέδειξε διάταση ελίκων λεπτού εντέρου και εικόνα «στόχου» (“pseudokidney sign”), συμβατή με εγκολεασμό. O περαιτέρω CT έλεγχος επιβεβαίωσε τη διάγνωση του εγκολεασμού του λεπτού εντέρου (“doughnut sign”) με εικόνα «μάζας» στο κέντρο του, ενώ αναδείχθηκε και 2η εστία ατελούς εγκολεασμού ελίκων λεπτού εντέρου. Πρόσθετες οζώδεις «μάζες» ανευρέθηκαν ενδοπεριτοναϊκά και στο υποδόριο. Τέθηκε η περίπτωση οι βλάβες να αποτελούν δευτεροπαθείς εστίες μελανώματος που απεδείχθη χειρουργικά.
Συμπεράσματα:Είναι σημαντικός ο ρόλος της απεικόνισης, στην πρώιμη διάγνωση της μεταστατικής νόσου του μελανώματος στο ΓΕΣ. Για την καλύτερη πρόγνωση της νόσου θα πρέπει να τίθεται και να διερευνάται αυτή η περίπτωση, σε ασθενείς με μελάνωμα και κοιλιακά συμπτώματα.

ΑΑ 020 ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΤΕΛΙΚΟΥ ΕΙΛΕΟΥ - ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ ΤΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Καραχάλιου Μαρία, Αναγνωστόπουλος Φώτης, Σπυριδωνίδης Ιωάννης, Παπαγεωργίου Χρήστος, Κυριακοπούλου Μαρία
Κλινικό Εργαστήριο Ακτινολογίας, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών
Σκοπός: Τα νεοπλάσματα του λεπτού εντέρου είναι μια σπάνια κλινική οντότητα, αποτελώντας < 5% των όγκων του γαστρεντερικού σωλήνα και μόλις το 0,6% όλων των καρκίνων.
Υλικό-Μέθοδοι: Ασθενής 47 ετών, ασυμπτωματικός, υποβάλλεται προληπτικά σε κολονοσκόπηση στην οποία ανευρίσκεται οίδημα και υπεραιμία στην ειλεοτυφλική συμβολή. Ακολούθησε CT κοιλίας που ανέδειξε ανώμαλη πάχυνση του τοιχώματος της τελικής έλικας του ειλεού με συνύπαρξη παθολογικών επιχώριων λεμφαδένων. Λόγω αδυναμίας λήψης βιοψίας από το πολυλοβωτό μόρφωμα στον τελικό ειλεό που ανευρέθη σε επόμενη κολονοσκόπηση, ο ασθενής υποβλήθηκε σε δεξιά κολεκτομή. Η ιστοπαθολογική ανάλυση ανέδειξε την παρουσία νευροενδοκρινούς όγκου εκ του ειλεού, βαθμού κακοήθειας Grade I κατά CAP jejunum/ileum NET Protocol, ενώ πραγματοποιήθηκε και ανοσοϊστοχημικός έλεγχος.
Αποτελέσματα:Με αφορμή το περιστατικό, έγινε βιβλιογραφική ανασκόπηση, στην οποία επισημαίνεται η σπανιότητα τόσο των όγκων του λεπτού εντέρου όσο και των νευροενδοκρινών όγκων, παρά την αύξηση της επίπτωσής τους τα τελευταία χρόνια.
Συμπεράσματα: Αν και σπάνια κλινική οντότητα, ο ακτινολόγος οφείλει να γνωρίζει τα απεικονιστικά της ευρήματα και τη διαφορική διάγνωση, ώστε να εγείρει την υποψία και να συμβάλλει στη διάγνωση και την έγκαιρη αντιμετώπιση.